Grandmama

Ηλικιωμένοι ασθενείς και γιατροί. Μία δύσκολη σχέση.

Από την Ελευθερία Μπερδέκλη

Ψυχολόγο



Οι άνθρωποι μεγαλώνοντας ερχόμαστε αντιμέτωποι με διάφορα ζητήματα υγείας άλλοτε απλά και άλλοτε πιο σοβαρά. Σε κάθε περίπτωση όταν οι ηλικιωμένοι χρήζουν ιατρικής περίθαλψης, η συνεργασία με το ιατρικό προσωπικό κρίνεται αναγκαία τόσο για την αντιμετώπιση των σωματικών συμπτωμάτων όσο και για τη συναισθηματική υποστήριξη των ασθενών. Συχνά όμως η σχέση των ηλικιωμένων με το ιατρικό προσωπικό χαρακτηρίζεται από κάποιες δυσλειτουργικές συμπεριφορές που εμποδίζουν τη δόμηση μιας σταθερής, αμφίδρομης, λειτουργικής σχέσης ιατρού – ασθενούς.

Συνήθως κυριαρχεί η άποψη ότι ο ηλικιωμένος είναι ανήμπορος να αποφασίσει λογικά για διάφορα θέματα, πόσο μάλλον για ζητήματα υγείας. Αδιαμφισβήτητα οι ιατροί γνωρίζουν καλύτερα καθώς είναι ειδικά επιστημονικά καταρτισμένοι, ώστε να οργανώνουν και να εφαρμόζουν το κατάλληλο εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο, όμως κάποιες φορές αυτό δεν περικλείει καθόλου την άποψη του ηλικιωμένου ασθενή. Άμεσο αποτέλεσμα είναι η μη κινητοποίησή του, η έλλειψη κινήτρου από την πλευρά του να συνεργαστεί και φυσικά το αίσθημα απογοήτευσης και άγχους που κατακλύζουν το άτομο και τη σχέση του με τον γιατρό του.

Είναι συχνό, οι ηλικιωμένοι ασθενείς συνήθως κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους ή μιας θεραπευτικής διαδικασίας να παρουσιάζουν συμπεριφορές αντίστασης, άρνησης της βοήθειας ή ακόμα και εξ’ ολοκλήρου απόρριψη της ιατρικοφαρμακευτικής παρέμβασης. Σε αυτές τις περιπτώσεις δυστυχώς ενώ το άτομο φαίνεται να έχει ανάγκη από μια υπομονετική επαναλαμβανόμενη συναισθηματική υποστήριξη, αυτό δεν είναι εφικτό για πολλούς λόγους. Έτσι, συνήθως παρατηρείται μια αυξημένη πίεση που οδηγεί φυσικά σε μια δυσλειτουργική επικοινωνία.

Ένα εξίσου σημαντικό εμπόδιο στην επικοινωνία αποτελεί η χρήση εξειδικευμένου, επιστημονικού προφορικού λόγου από πλευράς του ιατρού, που είναι μη κατανοητός από την πλευρά του ασθενή. Ορισμοί, ορολογίες δοσμένες με επιστημονικό τρόπο δεν βοηθούν την κατανόηση εις βάθος θεμάτων κρίσιμων για την υγεία, και πολλές φορές η ολοκλήρωση της ενημέρωσης της κατάστασης της υγείας του ασθενούς παραμένει ελλιπής με σημαντικά νοηματικά κενά, τα οποία και δημιουργούν ανησυχίες και φόβους στον ασθενή.

Το να μπορεί κάποιος να κατανοεί τη διανοητική, συναισθηματική, ψυχολογική κατάσταση του άλλου, απαιτεί ενσυναίσθηση, μία σπάνια ιδιότητα, πόσο μάλλον σε σχέσεις μεταξύ ιατρών και ασθενών που δεν διαθέτουν ούτε χρόνο ούτε και πρόθεση πολλές φορές να γνωριστούν. Συνήθως αυτό που εισπράττουν οι ασθενείς και δη οι ηλικιωμένοι είναι απλά μια εκδήλωση λύπησης και απλής συμπόνιας, που δεν είναι καθόλου λειτουργικές καθώς προάγουν θυμό και περισσότερη αντίσταση από την πλευρά του ασθενή στο να αποδεχτεί και να ακολουθήσει ένα θεραπευτικό πλάνο.

Στη βάση των παραπάνω δύσκολων χειρισμών βρίσκεται τόσο η κοινωνική εντύπωση που κυριαρχεί για τους ηλικιωμένους ότι είναι δηλαδή ανήμποροι να πάρουν αποφάσεις σημαντικές για τη ζωή τους, όσο όμως και η αξιοσέβαστη παρέμβαση των ιατρών να θεραπεύσουν άμεσα το σωματικό σύμπτωμα. Ακριβώς γιατί στη βάση κυριαρχεί η δεοντολογική υποχρέωση και ευθύνη της θεραπείας του ασθενή, το ιατρικό προσωπικό είναι απαραίτητο για τη ζωή του εκάστοτε ασθενή. Είναι όμως εξίσου σημαντικό να δίνεται πάντα χρόνος γνωριμίας και αντιμετώπισης του ασθενή ως μοναδική προσωπικότητα με επιθυμίες, ανάγκες, λόγο και άποψη για τη ζωή του και την εξέλιξή της.