Grandmama

Πώς πρέπει να μιλάμε στους ηλικιωμένους;

από τη Μυρτώ Αντωνοπούλου

grandmama team



Η αναζήτηση γηροκόμου / φροντιστή για τους αγαπημένους μας ηλικιωμένους είναι για τους περισσότερους από μας μια αγχωτική διαδικασία, αφού έχουμε αμφιβολίες για το αν ένας «ξένος» άνθρωπος θα είναι σε θέση να χειριστεί με σεβασμό τον ηλικιωμένο. Ένα από τα ερωτήματα που συχνά μας απασχολούν είναι: Ποιος είναι ο τρόπος ομιλίας που πρέπει να χρησιμοποιεί στους ηλικιωμένους;

Συχνά, οι άνθρωποι που εμπλέκονται με τη φροντίδα ηλικιωμένων, αλλά και αρκετά από τα συγγενικά τους πρόσωπα, προτιμούν να τους μιλούν σαν να απευθύνονται σε παιδιά. Μιλούν αργά, δυνατά και απλοϊκά και συχνά χρησιμοποιούν υποκοριστικά. Αυτό  σημαίνει ότι τους προσφωνούν με επίθετα, όπως «Γλυκιά μου», «Καλέ μου», πολλές φορές αντί για το όνομά τους χρησιμοποιούν το «παππού» ή «γιαγιά», τους μιλούν σε α’ πληθυντικό (π.χ. Τι κάνουμε σήμερα; Πώς είμαστε;) ή απλοποιούν τις προτάσεις τους σαν να έχουν χάσει οι ηλικιωμένοι την ικανότητα της αντίληψης. 

Ποιοι είναι οι λόγοι που συμβαίνει αυτό; Αρχικά, υπάρχει η προκατάληψη ότι όλοι οι ηλικιωμένοι έχουν έκπτωση στις αισθητηριακές και γνωστικές τους λειτουργίες, ότι δηλαδή δεν ακούν καλά και δεν καταλαβαίνουν. Κατά δεύτερον, οι φροντιστές με αυτή τους τη στάση ενδέχεται να θέλουν να παρακινήσουν τους ηλικιωμένους με καλές κουβέντες ή να τους δείξουν τρυφερότητα και στοργή με τις προσφωνήσεις. Τέλος, πολλές φορές μπορεί να θεωρούν ότι οι ηλικιωμένοι γίνονται και πάλι «μωρά», καθώς έχουν πολλαπλές ανάγκες φροντίδας από τους άλλους. 

Ο «μωρουδίστικος» αυτός τρόπος εκφοράς της γλώσσας σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να έχει θετικές και σε άλλες αρνητικές συνέπειες. Αυτό εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο θα βιώσει αυτή τη συμπεριφορά ο εκάστοτε ηλικιωμένος. Ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, άλλος μπορεί να αισθανθεί ότι του μιλούν με τρυφερότητα, τον νοιάζονται και τον φροντίζουν και άλλος μπορεί να εκλάβει αυτή την στάση ως ένδειξη ασέβειας και να ερμηνεύσει ότι τον υποτιμούν και τον θεωρούν ανίκανο.

Ο σωστός τρόπος ομιλίας καθορίζεται από τη γνωστική και αντιληπτική κατάσταση κάθε ηλικιωμένου, καθώς και από τη σχέση που έχουμε μαζί του. Ο τρόπος με τον οποίο θα απευθυνθούμε σε έναν ηλικιωμένο είναι διαφορετικός ανά περίσταση και το πλαίσιο και πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με τις παραμέτρους αυτές. Σε κάθε περίπτωση, η ομιλία μας πρέπει να χαρακτηρίζεται από σεβασμό και κατανόηση. 

Ας μην ξεχνάμε ότι οι ηλικιωμένοι με τους οποίους καλούμαστε να έρθουμε σε επαφή είναι άνθρωποι που ναι μεν είναι μεγάλοι σε ηλικία και έχουν πιθανώς προβλήματα υγείας, αλλά συχνά έχουν πολύ υψηλή διανοητική ικανότητα και προσβάλλονται όταν απευθυνόμαστε σε αυτούς σαν να μιλάγαμε σε ανίδεα παιδάκια. Το γεγονός δηλαδή ότι ένας άνθρωπος έχει κινητικά ή άλλα προβλήματα δεν σημαίνει ότι δεν είναι σε θέση να επικοινωνήσει, να κατανοήσει ή να συνεννοηθεί.

Επιστημονική επιμέλεια: Δρ. Ναταλία Κουτρούλη, MSc, Ψυχολόγος υγείας, με εκπαίδευση στη γνωσιακή ψυχοθεραπεία και τη συμβουλευτική, Διευθύντρια στο Κέντρο Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής