Grandmama

«Φοβάμαι να πω στα παιδιά μου για τον θάνατο του παππού»

Από τη Γιαννούλα Παν. Δικαίου

Msc-Υπ. Διδάκτωρ Συμβουλευτικής/Ψυχολογίας, Π.Τ.Δ.Ε Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.



Μία πολύ δύσκολη στιγμή που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε όταν χάνουμε τους ηλικιωμένους μας γονείς είναι η ανακοίνωση του θανάτου στους συγγενείς και κυρίως στα παιδιά της οικογένειας.

Στις μέρες μας αναφερόμαστε ελεύθερα σ’ ένα παιδί για τον τρόπο που γεννιέται ο άνθρωπος. Δεν μιλάμε, όμως, το ίδιο ελεύθερα στο παιδί για τον θάνατο. Θεωρούμε το θέμα μακάβριο και αταίριαστο με την τρυφερή παιδική ηλικία. Ως ενήλικες έχουμε κατά νου πως στον κόσμο των παιδιών δεν υπάρχει και ούτε συμβαίνει ο θάνατος, πως πρόκειται για έναν κόσμο ονειρικό όπως στα παραμύθια.

Η αλήθεια είναι όμως πως ο θάνατος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των παιδιών και η ζωή τους βρίσκεται πέρα από τον κόσμο των παραμυθιών. Τα παιδιά εκδηλώνουν μεγάλη περιέργεια για την έννοια του θανάτου παρομοίως με τον τρόπο που νοιάζονται και για κάθε άλλη διάσταση της ζωής. Πράγματι, πολλά ερωτήματά τους μας συλλαμβάνουν αμήχανους στο να δώσουμε όχι μόνο τις κατάλληλες απαντήσεις, αλλά, παράλληλα, και αδύναμους στο να αντιμετωπίσουμε μεθοδικά την ενδεχόμενη λύπη τους (Jackson, 1982).

Αυτό που πρέπει –σε κάθε περίπτωση- να κάνουμε είναι να προετοιμάζουμε τα παιδιά για τον θάνατο από την αρχή της ζωής τους, εκμεταλλευόμενοι τις ευκαιρίες που συναντάμε στην καθημερινότητα και στο σπίτι μας. Σύμφωνα με τη McNeill (1983), η καταλληλότερη μέθοδος διαπαιδαγώγησης, πληροφόρησης ή ακόμη και προετοιμασίας τους παιδιού σχετικά με τον θάνατο πρέπει να πρωτοξεκινά στο πλαίσιο του σπιτιού με έναυσμα τις καθημερινές - μικρές απώλειες τις οποίες βιώνει σε ανύποπτο χρόνο κάθε παιδί. Για παράδειγμα, τον θάνατο ενός κατοικίδιου, τον αποχωρισμό από κάποιο αγαπημένο άτομο, τον θάνατο ενός αγαπητού καλλιτέχνη...

Λαμβάνοντας τέτοιες καθημερινές ευκαιρίες μάς δίνεται η δυνατότητα να μιλάμε στο παιδί για τον θάνατο αναφερόμενοι σε όλο το πλαίσιό του και εξηγώντας τα σύνορα μεταξύ ζωής και θανάτου. Φυσικά, όπως είναι προφανές, οι πληροφορίες και επεξηγήσεις που δίνουμε στο παιδί για τον θάνατο πρέπει να είναι σύμφωνες με τις δυνατότητες αντίληψης του κάθε παιδιού, καθώς και με τις ανάγκες του.

Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μιλήσουμε δίχως περιστροφές στο παιδί αναφορικά με τον θάνατο, να του επιτρέψουμε να επισκεφθεί γηροκομεία και νοσοκομεία, ώστε να δεχθεί πιο εύκολα και αβασάνιστα τον θάνατο σαν μέρος του κύκλου της ζωής, χωρίς ιδιαίτερο άγχος και ανησυχία. Ωστόσο, όταν μιλάμε σ’ ένα παιδί για κάποιον που πέθανε από αρρώστια, θα πρέπει να τονίζουμε πως η αρρώστια ήταν πολύ βαριά και πως πολλές φορές που αρρωσταίνουμε γινόμαστε καλά, ώστε τα παιδιά να μη οδηγούνται στο συμπέρασμα πως κάθε ασθένεια αποτελεί απειλή της ζωής (Aspinall, 1996).

Σύμφωνα με την Grollman (1993), μια άλλη γενίκευση που κάνουμε απερίσκεπτα είναι όταν λέμε πως «μόνο οι ηλικιωμένοι πεθαίνουν». Το παιδί, συχνά, δυσπιστεί όταν, τελικά, μαθαίνει πως νέοι άνθρωποι πεθαίνουν επίσης. Είναι καλύτερο να λέμε πως «Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν πολύ καιρό και μετά πεθαίνουν. Κάποιοι άλλοι, όμως, πεθαίνουν νωρίς. Περιμένω εσύ και εγώ να ζήσουμε για πολύ ακόμη» (όπ. αναφ., clinical center- national institutes of health, 2006).