Grandmama

Επίσκεψη καλής θέλησης




Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες του παρελθόντος στάθηκα πολλή ώρα σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Πάνω σε μια ξύλινη καρέκλα κάθεται ένα κοριτσάκι. Είμαι εγώ σε ηλικία επτά ετών, έχοντας στην αγκαλιά μου ένα σκυλάκι. Όρθιες, πίσω στην πλάτη της καρέκλας, η μητέρα μου, αγκαλιασμένη με την αδελφή της, την αγαπημένη μου θεία.

 

Εκείνο το σκυλάκι, θυμάμαι, το πετούσαμε στη θάλασσα και στην προσπάθειά μας να το σώσουμε από βέβαιο πνιγμό, αναγκαστήκαμε να μάθουμε κολύμπι τα ξαδέλφια μου και εγώ. Πήρα πολλές χαρές και πολλή αγάπη εκείνα τα χρόνια και τώρα που μεγάλωσα τα θυμάμαι με νοσταλγία. Μόλις τελείωσα το σχολείο έφυγα από τον τόπο που γεννήθηκα και ήρθα στην Αθήνα όπου κατοικώ μόνιμα μέχρι σήμερα. Οι συναισθηματικοί δεσμοί μου άρρηκτα συνδεδεμένοι με την οικογένεια και τον τόπο καταγωγής μου, με ταξιδεύουν πολύ συχνά ως εκεί.

 

Η αγαπημένη μου θεία

Σε κάθε ταξίδι μου πίσω στον τόπο που μεγάλωσα, πηγαίναμε μαζί με την μητέρα μου επίσκεψη στο σπίτι της θείας, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το δικό μας. Η χαρά όλων μας ήταν μεγάλη, γιατί είχαμε να πούμε πάρα πολλά. Εγώ χαιρόμουνα περισσότερο γιατί θα έβρισκα χρόνο να απομονωθώ με τα ξαδέλφια μου για να πούμε τα δικά μας. Η θεία γλυκιά, ευγενική, χαρούμενη, διακριτική, έσπευδε να μας ευχαριστήσει με τα ωραία της κεράσματα, φτιαγμένα με πολλή αγάπη. Ξεχώριζαν κάτι πεντανόστιμα παξιμαδάκια, τα οποία φτιάχνω και εγώ και τους έχω δώσει το όνομά της, αλλά δεν καταφέρνω ποτέ να τα κάνω τόσο ωραία όσο τα δικά της. Κάθε φορά που ήταν να φύγουμε λέγαμε: «Μα, πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα και δεν προλάβαμε να πούμε τίποτα; Δεν πειράζει θα ξαναέρθουμε». Πράγματι, ξαναπηγαίναμε πολύ σύντομα μήπως και προλάβουμε, πριν φύγω πάλι για την Αθήνα, να τελειώσουμε έστω τα περισσότερα, αν όχι όλα από αυτά που θέλαμε να μοιραστούμε. Τα χρόνια περνούσαν, οι ζωές μας άλλαζαν και εμείς είχαμε ακόμα περισσότερα να λέμε.

 

Όλα άλλαξαν

Πριν από λίγα χρόνια, εντελώς ξαφνικά, έφυγε από τη ζωή ο μικρότερος γιος της θείας, βυθίζοντας σε θλίψη όλους μας, μα πιο πολύ τη μητέρα του. Η καθιερωμένη επίσκεψη στη θεία ήταν πλέον δική μου ανάγκη συναισθηματικής κάλυψης. Η μητέρα μου ακολουθούσε. Τίποτα όμως δεν ήταν όπως πριν. Δεν είχαμε να πούμε τίποτα. Η γενναιότητα ψυχής, η στωικότητα και η πίστη κατάφεραν να κρατούν τη θεία - αν και σε προχωρημένη ηλικία - σε σχετικά καλή κατάσταση. Η στάση ζωής της είναι ένα φωτεινό παράδειγμα προς μίμηση για όλους. Δυστυχώς, στο επόμενο διάστημα έχασα και την μητέρα μου. Απώλεια, πόνος, θλίψη και ένα μεγάλο κενό.

 

Οι ενοχές

Και κάπου εδώ αρχίζουν οι ενοχές μου. Δεν μπορώ να πάω στη θεία μόνη μου. Η θεία, αυτοεξυπηρετούμενη και με καλή συντροφιά, πλαισιωμένη από παιδιά και εγγόνια καθισμένη σε μια πολυθρόνα, ξέρω ότι περιμένει επίσκεψη. Όμως εγώ δεν θέλω και δεν μπορώ να σκεφθώ ότι θα διανύσω αυτά τα λίγα χιλιόμετρα για να φθάσω στο σπίτι της θείας. Περνώ από κοντά, αλλά δεν αποφασίζω να σταματήσω. Με τρομάζει η σκέψη ότι τώρα δεν θα βρούμε να πούμε κάτι. Σίγουρα ξέρω ότι δεν χρειάζεται καμία φροντίδα από μένα, θέλει μόνο την παρουσία μου για να νιώσει ότι η αγαπημένη της ανιψιά τη σκέπτεται και την αγαπάει. Πάντα όμως βρίσκω μια δικαιολογία και δεν πηγαίνω. Εντωμεταξύ, η σκέψη που τριβελίζει το μυαλό μου είναι: «Όταν θα αποφασίσω να πάω, θα είναι εκεί για να με περιμένει;»

 

Ελισάβετ, 66 ετών