Grandmama

Δεν χρειάστηκε να φροντίσω τη μητέρα μου κι έχω ενοχές




Μερικές φορές οι γονείς μας είναι πολύ περήφανοι και ανεξάρτητοι για να μας ζητήσουν τη βοήθειά μας κι εμείς ξεχνάμε ότι έχουν μεγαλώσει και ίσως πρέπει να τους την επιβάλουμε. Μην κάνετε το ίδιο λάθος με εμένα.

 

Η μητέρα μας ήταν πάντα δυναμική και ανεξάρτητη. Καθώς είχε ισχυρή προσωπικότητα και ήταν πάντα σχετικά υγιής, δεν είχαμε ανησυχήσει ποτέ για την υγεία της, ούτε είχε χρειαστεί να τη φροντίσουμε. Όλα τα παιδιά και τα εγγόνια περνάγαμε αρκετό χρόνο με τη μητέρα μας. Πηγαίναμε θέατρο, σινεμά, για ψώνια… Μάλλον εμείς βασιζόμασταν επάνω της παρά εκείνη σε μας. Είχε φροντίσει τον πατέρα μας που μετά από μακρά ασθένεια πέθανε όταν ήταν εκείνος 77 ετών και εκείνη 64. Στη συνέχεια, είχε αναλάβει τη φροντίδα του ενός από τους αδελφούς μας που είχε σκλήρυνση κατά πλάκας και αντιμετώπιζε δυσκολίες στην κίνηση. Όπως φρόντιζε την υγεία των άλλων, έτσι φρόντιζε βέβαια και τη δική της. Πρόσεχε τι έτρωγε, περπατούσε αρκετά, έκανε εξετάσεις όποτε χρειαζόταν, πήγαινε στον γιατρό…

 

Αρρώστησε και πέθανε ξαφνικά

Κάπως έτσι, στη διάρκεια κάποιων εξετάσεων ρουτίνας, όταν ήταν 84 ετών, βρήκε ότι είχε μία περίεργη αναιμία. Τότε ξεκίνησε να την ψάχνει με τη συνδρομή διάφορων γιατρών. Επειδή χρειάστηκε να κάνει και κάποιες πιο ειδικές εξετάσεις, τη συνόδευε κάθε φορά κάποιος από την οικογένεια. Είχε άλλωστε 4 παιδιά και 7 εγγόνια. Οι εξετάσεις δεν έδειξαν κάτι. Στο τέλος, πήγε σε έναν αιματολόγο μαζί με την αδερφή μου και έκανε κάποιες εξειδικευμένες εξετάσεις. Εκείνος της έδωσε ένα ισχυρό φάρμακο, το οποίο «έριχνε» το ανοσοποιητικό. Αυτό όμως δεν το είχαμε συνειδητοποιήσει. Η μητέρα μας είχε πάει μόνη της την τελευταία φορά στον γιατρό και προφανώς δεν είχε αντιληφθεί την επικινδυνότητα αυτής της «παρενέργειας». Εντωμεταξύ, καθώς ήταν καλοκαίρι είχε πάει στο οικογενειακό εξοχικό μαζί με τον αδερφό μου, τον οποίο φρόντιζε. Έτσι έκανε κάθε καλοκαίρι κι εμείς ποτέ δεν θα τολμούσαμε να της πούμε «μην πας» ή να ρωτήσουμε αν τα καταφέρνει. Ξεχνάγαμε ότι ήταν 84 και επίσης δεν είχαμε συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Κάποια στιγμή πήγα να τους δω. Τη βρήκα λίγο άρρωστη, έβηχε, σαν να είχε κρυώσει. Μετά από δύο μέρες μου είπε ότι ένοιωθε πολύ άσχημα και ότι χρειαζόταν να κάνει κάτι, να πάει στο νοσοκομείο. Ήρθε ο αδερφός μου, τη μεταφέραμε στην Αθήνα και την πήγαμε κατευθείαν στο νοσοκομείο. Μπήκε στην εντατική και δεν ξαναβγήκε ποτέ. Μετά από μερικές μέρες πέθανε.

 

Δεν μας κούρασε στη ζωή, ούτε στην αρρώστια

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, αλλά δεν μπορώ να ξεπεράσω τις ενοχές ότι δεν έκανα όσα ίσως θα μπορούσα, ότι δεν την αντιμετώπισα σαν μία μεγάλη γυναίκα που έπρεπε να συνοδέψω κάθε φορά στον γιατρό. Θεώρησα ότι αυτό που της συνέβαινε δεν ήταν τόσο σοβαρό και ότι θα το διαχειριζόταν κατά κανόνα μόνη της, όπως όλα. Στην αρχή ήμουν θυμωμένη με τον γιατρό που δεν επέμεινε να μας μιλήσει αλλά και με εκείνη που δεν κατάλαβε τη σοβαρότητα της κατάστασης και που δεν μας ζήτησε βοήθεια. Μετά ξεπέρασα τον θυμό μου και πλέον νοιώθω στεναχώρια σκεπτόμενη τη μητέρα μου που όπως δεν μας κούρασε σε ολόκληρη τη ζωή της, δεν μας κούρασε ούτε στον θάνατό της. Κάποιοι ίσως θα έλεγαν ότι ήμασταν τυχεροί, αλλά δεν παύω να σκέφτομαι ότι αρρώστησε και δεν είχαμε την ευκαιρία να τη φροντίσουμε, να μείνουμε μαζί της στο νοσοκομείο, να τη συνδράμουμε…

 

Όλγα, 72 ετών