Grandmama

Φροντίσαμε τη γιαγιά που μας μεγάλωσε




Από όταν ήμουν μικρή θυμάμαι τη μητέρα μου να λέει σε εμένα και τις αδερφές μου: «Ξέρω ότι αγαπάτε πολύ τη γιαγιά και της έχετε αδυναμία, αλλά να θυμάστε ότι η γιαγιά είναι μεγάλη και αν και είναι υγιής, δεν θα είναι μαζί μας για πάντα.»

Η ειρωνεία; Η μητέρα μας πέθανε και η φροντίδα της γιαγιάς που ήταν πια πράγματι αρκετά μεγάλη, 92 ετών, έγινε δική μας ευθύνη. Η γιαγιά ήταν υγιής, μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και –προς μεγάλη μας έκπληξη– ξεπέρασε ή έδειξε ότι ξεπέρασε σχετικά εύκολα και ανώδυνα την απώλεια της κόρης της, της μητέρας μας. Ευτυχώς, υπήρχε και ο θείος μας, ο γιος της, που τη φρόντιζε αρκετά και έτσι εμείς δεν επιβαρυνόμασταν με περισσότερα από το να της κάνουμε παρέα, να τη βοηθάμε να κάνει μπάνιο, να τη συνοδεύουμε στο κομμωτήριο για να κόψει τα μαλλιά της, να της αγοράζουμε εσώρουχα… Ήμασταν τρεις και ήταν η αγαπημένη μας γιαγιά, εκείνη που μας είχε μεγαλώσει και φροντίσει τόσα χρόνια. Ήταν πια η σειρά μας να τη φροντίσουμε. Όσο περνούσαν τα χρόνια όμως, τόσο λιγότερα μπορούσε να κάνει η άλλοτε δυναμική γιαγιά, που ψώνιζε, μαγείρευε, καθάριζε, μεγάλωνε τρία παιδιά και κρατούσε δύο σπίτια ταυτόχρονα. Παράλληλα, παρουσίαζε που και που κάποια αστάθεια και έπεφτε. Ευτυχώς, τη γλύτωνε πάντα με μικροτραυματισμούς. Εμείς όλοι όμως ανησυχούσαμε. Έτσι, βρήκαμε μία κοπέλα να μένει μαζί της κάποιες ώρες τα πρωινά, ώστε να έχει και ο θείος μας –ο οποίος έμενε μαζί της– την ευκαιρία να έχει λίγο χρόνο για τον εαυτό του. Παρά τη συνεχή φροντίδα και προσοχή από όλους μας όμως δεν άργησε να συμβεί το κακό. Η γιαγιά παραπάτησε, έπεσε και έσπασε το ισχίο της. Ήταν 96 ετών και αυτή ήταν η αρχή του τέλους.

Ήταν πια η σειρά μας να τη φροντίσουμε

Στο νοσοκομείο κάναμε βάρδιες. Ο θείος, οι αδερφές μου κι εγώ. Τα βράδια βάζαμε αποκλειστική γιατί η γιαγιά ήταν πολύ νευρική, ήθελε να φύγει, ήταν μπερδεμένη, ζητούσε συνέχεια να τη σηκώσουμε να πάει στην τουαλέτα. Δυστυχώς, το ίδιο συνέβη και όταν γυρίσαμε στο σπίτι. Η γιαγιά δεν μπορούσε να περπατήσει, ούτε καν με το «πι», παρά τις προσπάθειες των φυσιοθεραπευτών. Ήταν μπερδεμένη και ζητούσε συνέχεια να σηκωθεί να πάει στην τουαλέτα. Αν και έχουν περάσει 10 χρόνια θυμάμαι ξεκάθαρα την απελπισία μου να προσπαθώ να της εξηγήσω ότι πήγε μόλις στην τουαλέτα και τον απογοητευμένο θείο μου που σε δύο μέρες αφού ήρθε η γιαγιά στο σπίτι, πόναγε η μέση του και κουτουλούσε στα έπιπλα επειδή δεν κοιμόταν καθόλου το βράδυ. Ζητήσαμε τη βοήθεια ψυχιάτρου. Κανένα φάρμακο όμως δεν μπόρεσε να την ηρεμήσει.

Είχα ενοχές επειδή κουραζόμουν

Θυμάμαι ότι ήταν Καθαρή Δευτέρα και ήμουν στο νοσοκομείο με τη γιαγιά και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν πόσο ζήλευα όλους τους άλλους που διασκέδαζαν. Παράλληλα, είχα ενοχές. Η γιαγιά μάς είχε μεγαλώσει. Κι εμείς δεν μπορούσαμε να θυσιάσουμε μία Καθαρή Δευτέρα; Μπορούσαμε. Αλλά απογοητευόμασταν. Επειδή δεν υπήρχε πρόοδος, επειδή ξενυχτούσαμε, κουραζόμασταν και δεν γινόταν τίποτε. Η γιαγιά δεν καταλάβαινε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει για να βοηθήσει τον εαυτό της. Σκεφτόμουν: Όταν ξενυχτάς με ένα μωρό, σκέφτεσαι: «το βοηθάω να μεγαλώσει τώρα». Με τη γιαγιά τι να σκεφτείς ώστε να πάρεις δύναμη όταν προσπαθείς να τη βοηθήσεις και δεν συνεργάζεται; Σύντομα, καταλήξαμε στη λύση της εσωτερικής γυναίκας. Δεν άντεξε περισσότερες από τρεις μέρες τη γιαγιά να φωνάζει όλη νύχτα. Την επόμενη γυναίκα την έδιωξε ο θείος μου γιατί την έπιασε να τσιμπάει τη γιαγιά για να ησυχάσει. Δεν είχαμε άλλη λύση. Την πήγαμε σε μία κλινική. Ο θείος μου πήγαινε και καθόταν μαζί της κάθε μέρα. Οι αδερφές μου κι εγώ προσπαθούσαμε να πηγαίνουμε να τη βλέπουμε όσο συχνότερα γινόταν. Εκεί η γιαγιά ηρέμησε, συμβιβάστηκε με το να είναι μία ανήμπορη γριά που την ταΐζουν και την πάνε στην τουαλέτα με καροτσάκι. Μαζί της συμβιβαστήκαμε κι εμείς. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε γιατί πιστεύω ήταν για όλους μας ένα σοκ όταν ένα πρωί -έξι μήνες μετά το σπάσιμο- μας πήραν τηλέφωνο και μας είπαν ότι πέθανε τα ξημερώματα, λίγες ώρες πριν πάει ο θείος μου για την καθιερωμένη πρωινή του επίσκεψη. Νομίζω βαθιά μέσα μας ελπίζαμε ότι η γιαγιά θα γινόταν καλά και θα ερχόταν σπίτι να μας μαγειρέψει κοκκινιστό με πατάτες τηγανητές.

Άννα, 43 ετών