Grandmama

Η μητέρα μου, στα τελευταία της ήταν πιο ευτυχισμένη από ποτέ




Το Κατινάκι ήταν μια χαρά μέχρι που παρουσίασε λίγο πυρετό. Εντάξει, –δεν πετούσε κιόλας, όμως περπατούσε (σκυφτά με μπαστούνι) και πότε-πότε τα έχανε, αλλά μπορούσες να κουβεντιάσεις πολλά. Στεκόταν στα πόδια της, ζούσε μόνη, έτρωγε, πήγαινε τουαλέτα κι εγώ έπρεπε απλά να περνάω από το σπίτι της να της δίνω τα χάπια της.

Ο πυρετός φαίνεται όμως ότι της προκάλεσε ό,τι σε πολλούς γέροντες: τα έχασε τελείως. Είναι –έμαθα μετά- κάτι σαν χαριστική βολή, όταν έχουν ήδη παρουσιάσει κάποια άνοια, έστω και ήπια. Μετά, ήταν και το νοσοκομείο. Εκεί, όσοι δεν τα χάσουν τελείως από τον πυρετό, τα χάνουν με το ξένο περιβάλλον –το λένε νοσοκομειακό σύνδρομο, αλλά κάνουν λάθος οι γιατροί. Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι το παρουσιάζουν και άμα βρεθούν σε οποιονδήποτε ξένο χώρο –άς πούμε αν τους πάρεις από το χωριό και τους φέρεις μια εβδομάδα στα παιδιά τους, στην Αθήνα. Τέλος πάντων, όσοι δεν τα χάνουν με τον πυρετό, τα χάνουν με το ξένο περιβάλλον και η μάνα μου, 86 ετών, τα έχασε και από τα δύο.

Είναι ώρα να πεθάνει, είπαν

Στον Ευαγγελισμό μάς δήλωσαν ότι είναι ώρα το Κατινάκι να πεθάνει. Ήταν όμως η μάνα μου. Το ζητούμενο, θεωρώ, ήταν το φακελάκι. Εκείνο δεν έπεσε και η μάνα μου πετάχτηκε στον δρόμο μόλις έπεσε ο πυρετός. Αποφάσισα να μην την ξαναταλαιπωρήσω σε κανένα νοσοκομείο και να την κρατήσω στη ζωή όσο μπορούσα με τις δικές μου δυνάμεις –και τις δικές της και του Θεού και της σύνταξής της. Την πήρα στο σπίτι, παράλυτη και ανοϊκή. Τώρα; Περίμενα. Ήλπιζα ότι θα συνέλθει. Την κράτησα αρχικά στο δικό της σπίτι και πήγαινα 4-5 φορές την ημέρα και τη φρόντιζα. Όμως, δεν έλεγε να βελτιωθεί. Της έφερνα και νοσοκόμες για πιο σωστή περιποίηση. Πάλι, δεν έλεγε να βελτιωθεί. Πήρα οξυγόνο –που δεν το δικαιολόγησε το ΙΚΑ- μήπως βοηθήσει τον εγκέφαλο. Πάλι, δεν έλεγε να βελτιωθεί. Και μετά από 2 μήνες παρουσιάστηκαν στον ποπό της κατακλύσεις. Οι επισκέψεις μου και οι νοσηλεύτριες-γηροκόμοι δεν αρκούσαν. Μέσα σε ένα 24ωρο πήρα την απόφαση να τη φέρω στο σπίτι μου. Μετέτρεψα την κουζίνα μου σε δωμάτιο (γιατί με το παιδί μου ζούσαμε σε 50 τετραγωνικά) και έκανα το χολ κουζίνα. Εγώ κοιμόμουν στον καναπέ. Κοίταξα να περιφρουρήσω μόνο το παιδί μου κάπως, που ήταν στην εφηβεία τότε. Εκείνο έπρεπε να ζει σαν άνθρωπος. Δεν τα κατάφερα τελείως –μάλλον δεν τα κατάφερα καθόλου. Άκουγε τα βογγητά της μαμάς μου, τα παραμιλητά της, τα κλάματά μου, τις βρισιές μου, τις κραυγές μου όταν πήγαινε να πέσει από τα χέρια μου και δεν μπορούσα να τη σηκώσω. Μερικές φορές ζητούσα του παιδιού μου να με βοηθήσει και να της αλλάξω θέση. Αναγκαζόταν να βλέπει όσα δεν έπρεπε να βλέπει. Όμως, δεν είχα λεφτά να φέρνω νοσοκόμα 2-3 φορές τη μέρα ούτε καν κάθε μέρα. Και η μαμά μου έπρεπε να σηκώνεται συχνά από το κρεβάτι για τους πνεύμονές της, αλλά και γιατί είχα την ηλίθια ελπίδα ότι αν τη σήκωνα και την έφερνα κάθε μέρα 2-3 ώρες στο σαλόνι, έβλεπε τηλεόραση, καθόταν, κοίταζε έξω από τη βεράντα, αν δηλαδή περνούσε λίγες ώρες μακριά από το κρεβάτι της, μπορεί και να συνερχόταν ή έστω να κινούσε λίγο τα χέρια της.

Όταν κατάλαβα ότι δεν θα με ξαναφώναζε «παιδί μου»

Η μαμά όμως έμενε κατάκοιτη, κουνώντας χέρια και πόδια όπως ήθελε, όταν ήθελε, κυρίως νομίζω όταν φανταζόταν ότι έραβε ή έπλεκε ή έφτιαχνε διάφορα. Επίσης, τη νύχτα ή και τη μέρα (συνήθως τη νύχτα, όταν κοιμόταν) περπατούσε ή έτρεχε –πάντως κουνούσε τα πόδια της εξαιρετικά ζωηρά. Και το μυαλό της έτρεχε κι αυτό –φυσικά σε μέρη που δεν ήξερα. Έκλαψα πολύ όταν κατάλαβα ότι δεν θα με ξαναφώναζε «παιδί μου». Πιο πολύ με πλήγωνε που δεν θυμόμουν πότε μιλήσαμε για τελευταία φορά σαν μάνα με κόρη. Ποια ήταν τα τελευταία λόγια που μου είπε ως κόρη της; Πότε μίλησα για τελευταία φορά στη μάνα μου; Θυμάμαι ότι κι άλλοτε με απασχόλησε αυτό: η τελευταία φορά που κάνεις κάτι. Δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που σήκωσα αγκαλιά τον γιο μου, πριν μεγαλώσει, την τελευταία κουβέντα του πατέρα μου, την τελευταία λέξη της αδελφής μου. Γενικά, τον επίλογο σε ένα σωρό σπουδαία πράματα σπάνια τον θυμόμαστε, γιατί όταν αυτός έρχεται, δεν ξέρουμε ακόμα ότι είναι επίλογος. Αυτή η πολύτιμη τελευταία φορά που θήλασα το παιδί μου, δεν ήξερα ποια ήταν. Έτσι και με το Κατινάκι, άλλη μια χαμένη - τελευταία φορά που δεν κατάλαβα, που δεν εκτίμησα, που δεν σφιχταγκάλιασα να μην την χάσω. Ένας αποχαιρετισμός λιγότερος; Σωστά. Εγώ όμως δεν είμαι τέτοια. Από τη μέρα που γυρίσαμε από το νοσοκομείο άλλοτε νόμιζε ότι είμαι ο γιατρός και άλλοτε κάποια γειτόνισσα ή νοσοκόμα. Όταν τη μάλωνα, γιατί από ηλιθιότητα το έκανα κι αυτό, συμμορφωνόταν, αλλά την άκουγα που έλεγε στις αόρατες φίλες της μετά «πολύ γρουσούζα αυτή, μη φωνάζετε γιατί θα έρθει να μας δείρει». Και μετά όταν της πήγαινα κεφάτη ένα σοκολατάκι, μου χαμογελούσε με την καρδιά της. «Εσύ είσαι καλή», μου έλεγε «δεν είσαι σαν την άλλη. Η άλλη είναι νευρική. Είναι κακός άνθρωπος». Έτσι, ήμουν πολλά πρόσωπα. Αλλά ποτέ πια το Ολγάκι της, το παιδί της. Οπότε άρχισα κι εγώ να τη λέω Κατινάκι –όπως την έλεγε η μάνα της. Ίσως αυτό να της θύμιζε κάτι. Έγερνα στην αγκαλιά της, στο κρεβάτι, έπαιρνα το χέρι της και το ακουμπούσα στο κεφάλι μου, την έβαζα να με χαϊδεύει καθώς έκλαιγα –και το σταμάτησα μετά κι αυτό. Δεν είναι βιασμός να κλέβεις τρυφερότητα; Αφού της ήμουν ξένη.

Πιστεύω ότι η μάνα μου είχε αποδεχτεί ότι θα «φύγει»

Μία φορά μου είπε: «Μην κλαις. Εσύ στενοχωριέσαι, αλλά εγώ όχι. Αν… εγώ δεν θα στενοχωρηθώ. Έζησα καλά. Καλά ήταν. Έκανα τα πενήντα μπάνια μου. Ήταν καλά. Κι εσύ θα πηγαίνεις στην εκκλησία και θα κάνεις μια προσευχή για την ψυχή μου. Αυτό είναι.» Έκλαψα κι άλλο. Η διαύγειά της μου έδωσε ελπίδα και απελπισία. Είχε αποδεχτεί ότι θα φύγει. Και η πιο σπουδαία ανάμνηση, το πιο σημαντικό επίτευγμα ενός ανθρώπου που είχε ζήσει ένα αιώνα ήταν τα μπάνια του στη θάλασσα. Άρχισε σιγά-σιγά να μιλά στο δεύτερο πρόσωπο. Έλεγε «πονάει» και εννοούσε «πονάω» Μπερδευόμουν πολύ. Μετά έμαθα ότι το παρουσιάζουν όλοι στην κατάστασή της –το να μιλάνε για τον εαυτό τους σαν να μιλούν για άλλον. Έλεγε καρακιλάκι και εννοούσε μακαρόνια, έφτιαχνε κάθε μέρα νέες λέξεις που από ένα σημείο και πέρα (πολύ γρήγορα, μάλλον εξαρχής) αδυνατούσα να αποκωδικοποιήσω. Της μιλούσα και δεν άκουγε. Όταν πήγαινα ακριβώς μπροστά της, τότε με άκουγε. Έμαθα πως σε αυτή την κατάσταση δυσκολεύονται οι ηλικιωμένοι να δουν, να ακούσουν, να επεξεργαστούν οτιδήποτε πηγάζει από αριστερά δεξιά πάνω ή κάτω: πρέπει να είσαι ακριβώς στο ύψος των ματιών τους. Όταν το έμαθα, έπαιρνα το μπουκάλι με το νερό και το καλαμάκι και το έφερνα ακριβώς μπροστά στα μάτια της. «Θέλεις νερό;» τη ρωτούσα δείχνοντας το μπουκάλι που το κρατούσα ίσια μπροστά στα κόκκινα ματάκια της. Αν το μπουκάλι ήταν στη σωστή θέση και αν είχε τα κέφια της, ή ίσως αν επικοινωνούσε εκείνη τη στιγμή, έλεγε (και πιο συχνά έγνευε) ναι ή όχι. Πολλές φορές σώπαινε και με κοίταζε κάπως απορημένη. «Ποια να είναι αυτή; Τι θέλει από εμένα;» Ίσως αυτό σκεφτόταν. Δεν θα μάθω.

Δεν είχε σχεδόν καμία αναλαμπή

Μια άλλη μέρα ταράχτηκα πολύ. Προσπαθούσα να την ανασηκώσω και όπως συνήθως, δεν βοηθούσε καθόλου. Όμως κι εγώ ήμουν 1.50 και λεπτή και άρρωστη κι η ίδια. Δεν μπορούσα να τη σηκώσω αν δεν έσπρωχνε λίγο με τα ποδαράκια της –να κρατήσει αντίσταση. Συνήθως σε αυτή τη φάση με έπιαναν κάθε μέρα τα κλάματα –τη στιγμή που πήγαινα να τη σηκώσω λίγο για να φάει, δηλαδή να μην είναι ανάσκελα αλλά λίγο ανασηκωμένη. Όταν δεν τα κατάφερνα, ένιωθα τιποτένια. Κι έλεγα μετά «αυτό δεν γίνεται! Δεν φταίω εγώ. Από κανένα δεν γίνεται αυτό που προσπαθώ να κάνω». Φώναζα, έκλαιγα, της έλεγα (στην αρχή, από βλακεία μου, που δεν παραδεχόμουν την κατάστασή της, μετά για να ξεσπάσω) «Δεν με βοηθάς! Δεν κάνεις τίποτα!! Αν δεν βοηθήσεις, θα πεθάνεις!» Και μια μέρα μετά τις φωνές και τα γοερά μου κλάματα, μου είπε: «Μη στενοχωριέσαι. Αυτό που κάνεις είναι πολύ δύσκολο. Νομίζεις ότι εγώ το θέλω; Από μέσα μου κάθε μέρα τσιρίζω να γίνω καλά!» Όμως μια άλλη μέρα γύρισε και μου είπε: «Ποιος με φροντίζει;» Της είπα «εγώ και ο γιατρός» -που νόμιζε ότι ήμουν εγώ ή ο γιος μου ή κάποιος από τις φωτογραφίες που ζωντάνευαν στους τοίχους και που εγώ της είχα βάλει εκεί με την ελπίδα να της θυμίζουν κάτι. «Α! Μη με σκοτώσετε! Σας παρακαλώ!» είπε ικετευτικά. Τα έχασα. Είπα αμέσως: «Όχι Κατινάκι μου, εμείς σε προστατεύουμε! Πάντα θα σε προστατεύουμε! Κανείς δεν θα σε πειράξει!»

«Αχ! Σας ευχαριστώ!» είπε με ευγνωμοσύνη. Και με τσάκισε. Της χάιδεψα τα λιγοστά μαλλάκια, την καθησύχασα κι άλλο και ύστερα βγήκα από το δωμάτιο βουρκωμένη. Πήγα στον καναπέ και έβαλα τα κλάματα. Είπα μετά ότι αυτός ο πληθυντικός ίσως ήταν για εμένα και το γιατρό. Όμως δεν με έπεισα. Όταν όλος δικός μου. Ήμουν πια για πάντα ξένη. Κι εκείνη μόνη. «Γιατί δεν έρχονται ο άντρας μου και τα παιδιά μου να με δουν;» έλεγε συχνά. «Μα ήρθαν κυρία Καίτη» της έλεγα, όταν θεωρούσα ότι έπρεπε να παραστήσω τη νοσοκόμα. «Κοιμόσασταν όμως και είπαμε να μη σας ξυπνήσουν». «Α! Καλά!» έλεγε καθησυχασμένη. «Και ο μπαμπάς μου;» «Είναι στη δουλειά» της έλεγα. «Πότε θα έρθει» «Το βραδάκι» «Και πότε θα πάμε σπίτι μου; Να ντυθώ να πάμε τώρα;»

Τις νύχτες έκανε βόλτες με τις φίλες της στον Βόσπορο

Τρεις φορές έπεσε από το κρεβάτι παρότι την ασφάλιζα καλά –δεν είχα προβλέψει τις περίεργες κινήσεις των ποδιών μιας κατάκοιτης γυναίκας που ζωήρευε στα όνειρά της. Μία νύχτα σχεδόν κάλπαζε –κάπου πήγαινε με κέφι και ζωηράδα. Στα όνειρά της. Άλλες φορές αυτές οι ψευδαισθήσεις ήταν εφιάλτης. Ενώ δηλαδή συχνά την άκουγα να μιλάει με φίλες της ώρες ατελείωτες και να μη με αφήνει να κοιμηθώ για 2-3 μέρες, να γελάει και να φιλοσοφεί, να μιλάει για χορούς και για ψαράκια και για τον Βόσπορο, για περιπάτους, συχνά μέσα στην αγωνία φώναζε «βοηθήστε με να περάσω απέναντι, δεν μπορώ μόνη μου, είμαι ανήμπορη, μα κανείς σας δεν με λυπάται, θα πέσω κάτω!» Την αγκάλιαζα και της έλεγα ότι είναι στο κρεβάτι, αλλά δεν την έπειθα. Της έλεγα εντάξει, θα περάσουμε μαζί το δρόμο, αλλά πάλι δεν την έπειθα. Της έλεγα, εντάξει, θα κάτσουμε εδώ λιγάκι να ξεκουραστούμε» και αυτό μερικές φορές έπιανε και ηρεμούσε. Όμως στις 2 τη νύχτα και στις 4 το πρωί φώναζε πάλι «βοηθήστε με, έλα παιδί μου, είσαι νέος και δυνατός, έλα να βοηθήσεις εμένα την ανήμπορη, ας έρθει κάποιος, δεν με λυπάται κανείς; Δεν αντέχω άλλο όρθια. Θα πέσω κάτω από την κούραση! Βοηθήστε με! Κανένας χριστιανός; Τι σας έκανα και δεν με λυπάται κανείς;» Πήγαινε κοντά της και την αγκάλιαζα. «Τόσοι εδώ τριγύρω και δεν με βοηθάνε να περάσω απέναντι να πάω σπίτι μου. Με κοιτάζουν οι αναίσθητοι και δεν κάνουν τίποτα. Θα με βοηθήσεις εσύ;» ρωτούσε με αγωνία. Αυτοί οι εφιάλτες της (κοιμισμένη αλλά και ξύπνια) ήταν που με έκαναν να φέρω νευρολόγο για τρίτη φορά παρά τα οικονομικά μας χάλια και τα κατοστάρικα που έπαιρναν. Η λύση κατά τη γνώμη του τρίτου νευρολόγου ήταν ένα σκεύασμα που αντιμετώπιζε τις παραισθήσεις. «Θέλω να ηρεμήσει λίγο η γυναίκα, να μην υποφέρει από τους εφιάλτες και να μπορώ να κοιμηθώ κι εγώ η ταλαίπωρη που έχω βγει νοκ άουτ με τόση αϋπνία. Όμως δεν θέλω να την αποκόψω απόλυτα από το φανταστικό της περιβάλλον. Είναι η χαρά της ή ίσως η διαφυγή της. Δεν θέλω να της το πάρω κι αυτό. Τι θα της μείνει;» Κράτησα τη συνταγή. Δεν αγόρασα το φάρμακο. Δεν είχα δικαίωμα να της αφαιρέσω τη χαρά των τελευταίων ημερών ή εβδομάδων ή μηνών -ή που να ξέρω εγώ, ίσως των χρόνων- της ζωής της τέλος πάντων, όσο ήταν να κρατήσει, μόνο και μόνο για να κοιμάμαι εγώ ή για να μην έχει εφιάλτες. Ο ύπνος μου, αν και ήμουν άρρωστη κι εγώ, δεν ήταν πάνω από τη ζωή που της απέμενε. Όχι, αποφάσισα. Δεν θα της κόψω τους εφιάλτες, γιατί έτσι θα της κόψω και τα γέλια με τις φιλενάδες της στην παραλία στο Βόσπορο

«Μα η μαμά σου δεν έχει μνήμη, δεν καταλαβαίνει, άδικα βασανίζεσαι και βασανίζεις κι αυτήν, άστη να φύγει» έλεγαν μερικοί, που ούτε χάπι έβλεπαν ως λύση, απλά μια εκλογικευμένη εγκατάλειψη προς το μοιραίο. «Δεν ζει ουσιαστικά και δεν καταλαβαίνει». «Μα καταλαβαίνω εγώ» έλεγα.

Σκέφτηκα πως αυτή η γυναίκα στην άνοιά της ήταν και για πρώτη φορά ευτυχισμένη. Πιστεύω ότι ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τέτοια χαρά όση όταν έμεινε κατάκοιτη και ανοϊκή. Πολλές μέρες έκλαιγα και έπαιρνα χάπια να κοιμηθώ αλλά χαιρόμουν συνάμα που την άκουγα να γελάει και να φιλοσοφεί με τις φιλενάδες της για το τι είναι σωστό και τι λάθος. Το γέλιο της ήταν ένα είδος ξεκούρασης και για εμένα –όχι όμως τη νύχτα. Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι όταν μέσα στο μυαλουδάκι της έβλεπε φίλες της και μιλούσε μαζί τους, ήταν χαρούμενη. Ενώ εγώ τουλάχιστον δεν τη θυμάμαι ποτέ άλλοτε χαρούμενη σε όλη μας τη ζωή.....

 

Όλγα, 60 ετών