Grandmama

Όταν ο φροντιστής ηλικιωμένου γίνεται μέλος της οικογένειας




Ο πατέρας μου ήταν πάντα ο άνθρωπος που είχε λύση για όλα, που διευθετούσε στην εντέλεια τις δικές του υποχρεώσεις και παράλληλα υπενθύμιζε / διεκπεραίωνε και τις υποχρεώσεις των υπολοίπων μας.

Η μητέρα μου είχε πεθάνει πολύ νωρίτερα και ο ίδιος χρειαζόταν να φροντίζει τον αδερφό μου, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρό χρόνιο πρόβλημα υγείας. Πάντα έδειχνε ότι τα κατάφερνε περίφημα. Πλέον, όμως, είχε μεγαλώσει αρκετά. Δυσκολεύτηκα να συνειδητοποιήσω ότι δεν ήταν σε θέση να κάνει τα πάντα μόνος του. Σκέφτηκα ότι χρειαζόταν μια γυναίκα για να τον βοηθάει στο μαγείρεμα, στα ψώνια, στο καθάρισμα του σπιτιού. Του το πρότεινα, αλλά δεν ήθελε ούτε να το συζητήσει. «Ξένη γυναίκα στο σπίτι; Από πού και ως πού; Έτσι κι αλλιώς τα καταφέρνω μια χαρά», ήταν η απάντησή του. Ένα ξαφνικό πρόβλημα υγείας που του παρουσιάστηκε λίγο καιρό αργότερα δεν μου άφησε πολλά περιθώρια.

Αποφάσισα να ψάξω για φροντιστή / γηροκόμο χωρίς να τον ενημερώσω. Ήμουν πεπεισμένη ότι η αναζήτηση γηροκόμου δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση. Ένα μόνο πράγμα αναζητούσα: έναν άνθρωπο που θα έδειχνε σεβασμό στον πατέρα και τον αδερφό μου. Ξεκίνησα να πηγαίνω με παρέα μια φίλη μου σε διάφορα ραντεβού με φροντιστές, γηροκόμους, συνοδούς συντροφιάς. «Κατέληξα σε αυτήν την κοπέλα», είπα στη φίλη μου βγαίνοντας από το τελευταίο ραντεβού. «Είναι χαμογελαστή». «Ο πατέρας μου δεν θα άντεχε κάποιον γκρινιάρη ή κατσούφη άνθρωπο», σκέφτηκα. 

Επόμενο βήμα: να τον πείσω να δεχτεί βοήθεια. Μαζί με τον άντρα και τα παιδιά μου του είπαμε για τη γυναίκα. Δεν συμφωνούσε καθόλου, αλλά λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Αποφάσισα να μείνω μαζί τους για λίγες μέρες. Του υποσχέθηκα ότι αν παρουσιαστεί οποιοδήποτε πρόβλημα, η γυναίκα θα έφευγε από το σπίτι. Δέχτηκε με βαριά καρδιά.

Στην αρχή απλώς ανεχόταν το γεγονός ότι ένας ξένος άνθρωπος είναι μέσα στο σπίτι του. Σύντομα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Πήγαιναν μαζί στη λαϊκή να ψωνίσουν, συζητούσαν τι θα μαγειρέψουν, έβγαιναν στο μπαλκόνι να φυτέψουν λουλούδια. Η κοπέλα απέκτησε τη δική της ρουτίνα μαζί με τον πατέρα μου και τον αδερφό μου. Κάθε απόγευμα έπιναν μαζί το καφεδάκι τους. Τις Κυριακές ερχόντουσαν στο δικό μου σπίτι για να φάμε όλοι μαζί, μέχρι που κάποια στιγμή ο πατέρας μου δυσκολευόταν πια να μετακινείται συχνά. Συνεχίζαμε, όμως, να κάνουμε οικογενειακά τραπέζια στις γιορτές. Η… χαμογελαστή κοπέλα ήταν πια μέλος της οικογένειάς μας. Έμεινε μαζί μας 7 χρόνια. Φέτος πέθανε ο πατέρας μου και λίγους μήνες αργότερα ο αδερφός μου. Στην κηδεία του αδερφού μου η κοπέλα δεν μπορούσε να παραβρεθεί, γιατί έπρεπε να πάει για λίγο καιρό στη χώρα της. Όταν επέστρεψε, μου ζήτησε να την πάω στο νεκροταφείο. Ήταν απαρηγόρητη.

Είμαστε πολύ τυχεροί ως οικογένεια που γνωρίσαμε έναν τέτοιο άνθρωπο. Ο σεβασμός που αναζητούσα αρχικά εξελίχθηκε τελικά σε αγάπη.

Μ., 65 ετών